Μια μέρα ο Αβάς Μακάριος, περπατώντας στην έρημο βρήκε ένα κρανίο ανθρώπου. Το μετακίνησε με το ραβδί του και το ρώτησε: Ποιος είσαι εσύ: -«Ήμουν ιερέας, των ειδώλων, και τώρα βρίσκομαι στην κόλαση»- απάντησε. «Θα’ ναι φοβερές οι φλόγες της κόλασης» είπε ο Αβάς.
Η κόλαση, συνέχισε, είναι φοβερή. Αυτό όμως δεν είναι τίποτε μπροστά στο άλλο μαρτύριο. Σε ποιο; Ξαναρώτησε με αγωνία ο Αβάς. Είμαστε δεμένοι πλάτη με πλάτη έτσι που να μη μπορεί ο ένας να δει το πρόσωπο του άλλου. Όταν λοιπόν εσύ προσεύχεσαι για μας, τότε μας λασκάρουν λίγο τα σκοινιά και κοιταζόμαστε. Αυτό είναι η πιο μεγάλη μας ανακούφιση. Γιατί βλεπόμαστε σαν άνθρωπος με άνθρωπο»!