Change to English

..

 
 
 
 
 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ιδού, λοιπόν, ότι ελήλυθεν η ώρα πάλιν, Χριστέ μου. Μεγάλη Τετάρτη κιόλας. Και οι κήποι υγροί Σε περιμένουν στη νύκτα γεμάτοι γονιμότητα στην σιωπήν. Η ώρα της λύπης κι η ώρα του αποχαιρετισμού. Αν είναι μια στιγμή, ένα βλεφάρισμα μόνον, που ο Ιησούς κλίνει προς την ανθρώπινη φύση και λυγίζει και λυπάται, είναι εδώ στον πέραν του χειμάρρου των Κέδρων ειρηνικόν ελαιώνα. Γι’ αυτό σ’ αγαπώ, Χριστέ, σήμερα πιο πολύ−και πότε δεν Σε αγαπώ; Γιατί Σε προτιμώ στην ανθρώπινη φύση Σου. Στην δραματική σιγή στις απέραντης μοναξιάς. Στην Γεθσημανή.  «Περίλυπός εστιν η ψυχή Σου έως θανάτου». Πώς να μην είναι; Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβολιά, Και, έπειτα, οι σύντροφοι. Οι μαθηταί που Σε αγάπησαν, που Σε ακολουθούν και που Σε πίστεψαν. Ήλθε η στιγμή του μεγάλου αποχαιρετισμού. Γιατί εδώ, στον γαλήνιο κήπο, όπου τόσες κουβέντες αγάπης και τόσα λόγια του Θεού αλλάξατε κάτω από τις ασημένιες φυλλωσιές, χωρίζει ο Υιός του Ανθρώπου απ’ τους ανθρώπους. Και άλλο πια δεν θαναι μαζί.  Από δω και πέρα η πορεία είναι μοναχική, ο Ραββί πορεύεται ενώπιος ενωπίω τον δρόμον του μαρτυρίου. Οι άλλοι τον ακολουθούν, μα δεν Τον ακολουθούν. Τον συμπονούν, μα δεν Τον παραστέκονται. Ακόμη και Τον αρνούνται τρις πριν αλέκτωρ φωνήση... Επάλληλος, σε κλιμακωμένα ψυχικά επίπεδα ο χωρισμός. Αφήνει ο Δάσκαλος τους πολλούς και παίρνει μαζί του, ύστατη συντροφιά τους εκλεκτούς. Πρώτος χωρισμός απ’ τους ανθρώπους. Προχωράει να προσευχηθεί και, γυρίζοντας, τους βρίσκει να κοιμούνται. Δεύτερος χωρισμός. Τους ξυπνάει. Αποζητάει την ανθρώπινη ζεστασιά, την ανάσα ενός φίλου, την πνοή του συντρόφου. Αλλά «το πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής». Τον εγκαταλείπουν ξανά και βυθίζονται στον ύπνο. Κι όμως. Δεν τους είχε ζητήσει τίποτε περισσότερο, παρά ν’ αγρυπνούν. Τρίτος χωρισμός. Είναι πια «μόνος, μονώτατος» καθώς θάγραφε για τον εαυτόν του ένα τραγικό πρόσωπο της ελληνικής Ιστορίας, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, ο τριπλοπροδωμένος Έλληνας. Γυρίζει πίσω, στην βαθειά ερημιά Του ο Χριστός και εκεί, υπό την σελήνην, «θεις τα γόνατα» απευθύνεται στον Πατέρα. Είναι ο μεγάλος ο σπαρακτικός χωρισμός. Από τους ανθρώπους χώρισε πια. Αλλά απ’ την ανθρώπινη φύση Του πώς θα χωρίσει ο Γιος του Μαραγκού; Αγωνία. Και λέει εκείνο το ανεπανάληπτο «Πάτερ μου, παρελθέτω το ποτήριον τούτο απ’ εμού». Μα για ένα μονάχα δευτερόλεπτο, για μιαν απειροελάχιστη σχισμή του χρόνου, μονάχα. Γιατί αμέσως ξαναγυρίζει στο Χρέος, έχει αφήσει σχεδόν τον άνθρωπο πίσω Του, και τονίζει «αλλ’ ου τι εγώ θέλω, αλλ’ είτι Συ». Όχι πώς θέλω εγώ, μα πώς προστάζεις εσύ. Τώρα πια έχει χωρίσει την καρδιά Του, έχει χωρίσει τον δρόμο Του. Τι αγωνία όμως έχει τούτος ο αποχαιρετισμός στον ίδιον τον εαυτόν Του. Το γράφει ο Λουκάς: «και εγένετο ιδρώς, 
 2 
ωσεί θρόμβοι αίματος». Δεν λούζει εναγώνιος ιδρώτας μονάχα το πρόσωπο του Θεανθρώπου. Είναι ο ιδρώτας «ωσεί θρόμβοι αίματος». Είσαι λοιπόν έτοιμος, Χριστέ μου. Έχεις ειπεί σχεδόν το μεγάλο «χαίρε», το ύστατο, στους ανθρώπους. Μα το είπες; Όχι ακόμη. Υπάρχει και ο άλλος χωρισμός. Ο άνθρωπος χωρίζει από την πίστη του και την αγάπη του. Και προδίδει. Επέπρωτο να το νιώσεις κι αυτό, Κύριε. Συ που έλεγες στην Γεθσημανή, στον Πατέρα Σου «ίνα η αγάπη, ην ηγάπησάς με, εν αυτοίς ή καγώ εν αυτοίς». Νάναι η αγάπη Σου, που μ’ αγάπησες, μέσ’ στην καρδιά τους κι εγώ νάμαι έτσι στην καρδιά τους. Αγάπη. Γιατί αγάπη είσαι, Χριστέ. Κι αυτό, το στερνό αντίο, στην αγάπη είναι το πιο βαρύ. Έρχεται ο Ιούδας. Πλησιάζει.  Ήρεμος ο Ιησούς ξυπνάει τους μαθητές Του και λέει: «ιδού ήγγικεν ο παραδιδούς με». Το τετέλεσται της ανθρωπιάς, πριν απ’ το μέγα τετέλεσται του Σταυρού.
Νικόλαος Μέρτζος
επιστροφή
Αναζήτηση